Παρασκευή, 13 Ιουνίου 2014

Ξενοφώντας Γρηγόρης, ο Γιατρός, ο Άνθρωπος

Ένας θρύλος
Συμπληρώθηκαν 26 χρόνια απ’ όταν ο Γιατρός της Λευκάδας Ξενοφώντας Γρηγόρης έφυγε από τη ζωή. Ο Ξενοφώντας Γρηγόρης ξεπέρασε όσο κανένας άλλος τους όρους και τα όρια όχι μόνο των προσωπικών του αντοχών, αλλά και των προσδοκιών του έμψυχου τόπου του. Γίνηκε ένας θρύλος. Κι οι θρύλοι μετριούνται με της ιστορίας την υπέρβαση, με οδύνη πολλή και γενναιότητα, που φαίνεται πως στους καιρούς μας δραπέτευσαν και πάνε…
1
Ο Γιατρός, η γυναίκα του η Χαρίκλεια και στο μέσον η κόρη τους η Έμη
Η διαδρομή της ζωής του
Γεννήθηκε στο Σπανοχώρι Λευκάδας το 1902. Στο χωριό του έμαθε τα πρώτα γράμματα, ζυμώθηκε με το αδρό περιβάλλον, πρωτόζησε τη φτώχεια, τα σκοντάμματα, τις αγωνίες και τη σκληρή πραγματικότητα του χωριού και των ξωμάχων Σφακισάνων.
Γεννήθηκε με τάξιμο να υπηρετήσει τον άνθρωπο και μάλιστα το φτωχό ξωμάχο, τον αγωνιστή της ζωής. Να διαγνώσει την ασθένεια και να την πολεμήσει ως το τέλος, το συχνότερο νικητής, άλλοτε μάρτυρας.....

2
Το σπίτι στο Σπανοχώρι Λευκάδας που γεννήθηκε ο Ξενοφώντας Γρηγόρης και το ιατρείο – κατοικία στην πλατεία του Αγίου Μηνά στην πόλη της Λευκάδας
Παιδί του χωριού, από φτωχή, οικογένεια, κολλημένο στη γη, στα μυστήρια και τα μυστικά της.
Τσαλαβούτησε στο λασπερό μονοπάτι, έπαιξε στις ανοιχτές αλάνες του τόπου του, έπεσε, μάτωσε τα ποδάρια του, έκλαψε, πόνεσε, χάρηκε την ομορφιά, την αυθεντικότητα του μικροκόσμου του. Ήτανε παιδί του παιδεμού και τούτο το κουβάλησε πολύτιμο φορτίο μέσα του, ίσαμε τ’ ακροχόρδια της ζήσης του.
Μπολιάστηκε έτσι με δύναμη, πείσμα και θέληση να πετύχει. Να ξεφύγει από τη μιζέρια, ν’ αποκτήσει δύναμη και μέσα για προσφορά, για δόσιμο στον ανήμπορο Λευκαδίτη. Στη Χώρα κατέβηκε στα δώδεκα χρόνια του, για να τελειώσει το Γυμνάσιο της εποχής του, να σπουδάσει, να παιδευτεί, να προκόψει σ’ άλλους παιδεμούς. Κι εκειός τούτη τη μυστική παραγγελιά την τίμησε με το παραπάνω.
3
Οικογενειακές στιγμές – Αριστερά: Με το γιο του Γιώργο Δεξιά: Με τη γυναίκα του Χαρίκλεια και τα παιδιά του Γιώργο και Έμη
Διακρίθηκε σαν μαθητής, έδειξε τις αρετές του χαρακτήρα του, την οξύνοια και τον εσωτερικό του πλούτο. Με ευκολία μπήκε στην Ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και με μεράκι, μεθοδικότητα και οργάνωση, αλλά προπάντων με όραμα και προοπτική, τελείωσε τις σπουδές του και έδωσε τον όρκο του Ιπποκράτη με φανερή αφοσίωση και συνείδηση στο ιερό και ακατάλυτο πνεύμα του κλασικού της Ιατρικής επιστήμης.
Με το πέρας των σπουδών του πέτυχε οχταετή υποτροφία Rockefeler για την Αμερική. Την αποποιήθηκε. Την προσπέρασε συνειδητά, με αληθινή γενναιότητα. Είχε τάξει στον εαυτό του να γυρίσει στο νησί και να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο Λευκαδίτικο λαό.
Η πρώτη, μεγάλη, ιστορική και αναντίλεκτη προσφορά του Γρηγόρη είναι τούτη. Να μεριάσει τις ευκαιρίες για παραπέρα σπουδές στην αλλοδαπή, ν’ αποτινάξει τους γλυκούς πειρασμούς για επιστημονικές διακρίσεις και υποσχόμενη πλούσια και χτυπητή καριέρα και να θελήσει με πλήρη συνείδηση, με καρδιά και τολμηράδα να σταθεί πλάι στο Λευκαδίτη της πόλης και του χωριού.
4
Αριστερά νεαρός γιατρός, δεξιά με το γιο του Γιώργο φτασμένος γιατρός
Στη Λευκάδα ολόκληρη, το Μεγανήσι και τον Κάλαμο, αλλά και στη γειτονική Αιτωλοακαρνανία, μέχρι πέρα στο Μύτικα, όταν στον Ξενοφώντα Γρηγόρη αναφέρονταν, σπάνια έλεγαν το όνομά του. Έλεγαν μόνον, ο «γιατρός». «Πήγα ή θα πάω στο γιατρό». «Μου είπε ο γιατρός». «Είπα του γιατρού» κ.λ.π. Κι όλοι ήξεραν πως η λέξη γιατρός έτσι μόνη της, χωρίς προσθήκη ονόματος, αφορούσε αποκλειστικά τον Ξενοφώντα Γρηγόρη. Νομίζω πως με τη λέξη αυτή οι Λευκαδίτες χαρακτήριζαν τον άνθρωπο Γρηγόρη. Γιατί ο Ξενοφώντας ήταν ο «γιατρός» της προσφοράς. Της ανθρώπινης και της ιατρικής προσφοράς. Ο «γιατρός» της συμπαράστασης, όχι μόνο στον πόνο της αρρώστιας, αλλά και της ανέχειας.
Στον πόλεμο του 1940 βρέθηκε στην πρώτη γραμμή του μετώπου στην Αλβανία και βίωσε από μέσα τον αγώνα του Έθνους για τα ιερά και τα όσιά του. Ας σημειωθεί ότι με προσωπική του αβίαστη επιλογή στάλθηκε στην πρώτη γραμμή. Με την κατάρρευση και την εισβολή των Γερμανών έρχεται στη Λευκάδα και πρωτοστατεί στη συγκρότηση του πρώτου αντιστασιακού πυρήνα κατά των κατακτητών, ενώ παράλληλα αγωνίζεται για την ίδρυση και λειτουργία δημόσιων ιατρείων και κέντρων εμβολιασμού.
5
Επιστολικά δελτάρια από το Παρθένι Λέρου, τόπος εξορίας πολιτικών κρατουμένων της χούντας των συνταγματαρχών, με παραλήπτη το γιο του Γιώργο.
Την ίδια εποχή συγκροτεί ένοπλες ομάδες για την προστασία των αγαθών της λευκαδίτικης γης από τους άρπαγες κατακτητές. Για τη δράση του αυτή θα φυλακιστεί από τους Ιταλούς για πέντε μήνες σε απομονωτήριο. Τότε ήταν που από τις άθλιες συνθήκες και κακοποιήσεις προσβλήθηκε από φυματίωση. Με την αποφυλάκισή του συνεχίζει την αντιστασιακή του δράση.
Ο Γρηγόρης σε κείνες τις κρίσιμες για το έθνος ώρες έδειξε πόσο βαθιά μέσα του πίστευε στην Ελλάδα, στην ελευθερία, στην αξιοπρέπεια και στην προκοπή του τόπου του. Μετά την απελευθέρωση, στα 1946, θα εξοριστεί και το τέλος της εξορίας του θα σημάνει και το σοβαρό κλονισμό της υγείας του.
6
Γράμματα στο γιο του Γιώργο από τη Λέρο όπου ήταν εξόριστος.
Ο Γρηγόρης εκείνες τις ταραγμένες εποχές στέκεται πάνω από σκοπιμότητες και προκαταλήψεις. Υπηρετεί με πάθος και αυταπάρνηση τους Λευκαδίτες χωρίς καμία διάκριση, δίχως βαρυγκωμιά και υστεροβουλία. Γίνεται έτσι ο γιατρός. Χτίζει το δικό του μαγικό κόσμο της επιστήμης και της αρετής.
Το 1963-64 ο Λευκαδίτικος λαός εκτιμά στο πρόσωπό του ήθος και ικανότητες και τον στέλνει στη Βουλή των Ελλήνων, όπου τον εκπροσωπεί με ωριμότητα και αποτελεσματικές παρεμβάσεις.
7
Τον Απρίλιο του 1967 η χούντα της εποχής θα τον εξορίσει στη Γυάρο και στη Λέρο. Σ’ εκείνες τις εξορίες θα τον ακολουθήσει και η σύντροφος της ζωής του Χαρίκλεια.Το 1970 διακόπτεται η εξορία του για ανήκεστη βλάβη της υγείας του. Γυρίζει στο νησί και συνεχίζει ασταμάτητα να ασκεί το λειτούργημά του. Δίδεται με πάθος, προσφέρει υπηρεσίες αναντίγραφες, σώζει κυριολεκτικά σε πάμπολλες περιπτώσεις ασθενείς και πάσχοντες.
8
Στη Βουλή το 1963
Ο Γρηγόρης θα μείνει στη Λευκαδίτικη συνείδηση ένας θρύλος όχι μόνο για τις επιτυχέστατες και αλάνθαστες διαγνώσεις, τις θεραπευτικές του παρεμβάσεις, αλλά και για τον αλτρουϊσμό και την ατσιγκούνευτη συμπαράστασή του στο φτωχό ασθενή του χωριού και της πόλης. Είναι μνημειώδεις οι περιπτώσεις, όπου όχι μόνο δε δεχόταν ιατρική αμοιβή, αλλά πλήρωνε και τις συνταγές των φαρμάκων…
Καβάλα σ’ άλογο κείνα τα χρόνια τα δύσκολα διάβαινε ο γιατρός σε ρούγες και χωριά. Ποτέ του δεν είχε πει όχι σ’ όποιον τον εφώναζε, ποτέ. Μέρα ή νύχτα, με το λιοβόρι ή την μπόρα, πρόστρεχε στον πονεμένο.
10
Τα βιβλία, τα ιατρικά εργαλεία, το μικροσκόπιο του Γιατρού, προσφέρθηκαν στη Χαραμόγλειο Βιβλιοθήκη από την θυγατέρα του Παναγιώτα Γρηγόρη
Στο ιατρείο του Αϊ – Μηνά από μπονώρα έπιανε σειρά η βαβά κι η νια, ο άντρας, ο παππούλης, το παιδόπουλο. Στη σειρά ο ξωμάχος, ο άνθρωπος της Χώρας, ο γνωστός κι ο άγνωστος, ο φίλος, ο οικείος. Όλοι το ‘ξεραν πως η σειρά ήταν για όλους και πως ο γιατρός τον άρρωστο δεν τον ξεχώριζε ποτέ… Οι άρρωστοι όλοι είχανε την ίδια ταυτότητα οπού ‘γραφε:
- Γιατρέ μου…, βοήθα.
11
Ο «γιατρός», τόσα χρόνια στο επάγγελμα, δεν είχε καταφέρει να εξασφαλίσει το μέλλον των παιδιών του. Δεν είχε καταφέρει, άλλωστε, ούτε ένα σπίτι να αποκτήσει κι έμενε στο γνωστό σπίτι του Αη-Μηνά, ιδιοκτησία πάντα της οικογένειας της Χαρίκλειας, όχι δικό του.
12
Μα όταν πέθανε και μεταφέρθηκε απ’ τους δικούς του στη Λευκάδα, συνοδευόμενος κι από όσους φίλους το μπορούσαν, απλώθηκε σαν αστραπή η είδηση του τέλους του και μαζεύτηκαν στην κηδεία χιλιάδες συνοδοί του, οι Λευκαδίτες. Σαν να ξυπνούσαν ξαφνικά από λήθαργο, σαν να ξανάβρισκαν περίπου τον παλιό μα ξεχασμένο εαυτό τους, σαν, πες, να ανάσταινε ο θάνατός του τη νεκρωμένη τους συνείδηση ήρθαν εκεί, από την πόλη κι όλα τα χωριά κι από τον Κάλαμο, το Μεγανήσι, την Περατιά και την Πλαγιά κι απ’ όπου το μπορούσαν, γυναίκες κι άντρες, νέοι και μεσήλικες, μα κι οι ανήμποροι γερόντοι να συνοδέψουν το «γιατρό» στο διάβα του στον άλλο κόσμο.
13
14
Γεμίζοντας το σπίτι και την πλατεία του Αη-Μηνά και το παζάρι όλο, απάνω – κάτω. Κι είδα πολλούς, τους πιο πολλούς, γυναίκες κι άντρες να κλαίνε, βρύσες δίχως κρατημό, κι άλλους πολλούς και γέρους και μεσήλικες και νιους βουβοί να στέκουν, με τον πόνο φανερό, τον πόνο τον αληθινό, που χαρακώνει των προσώπων την εικόνα κι ένιωσα πως αυτός ο κόσμος, ο πολύς λαός, αναλογιζόταν εκείνη τη στιγμή και συνειδητοποιούσε πως έχανε ένα σύμβολο, πως έμενε ορφανός.
Βιολέττα Σάντα
(Ευχαριστώ το γιο του, Γιώργο Γρήγορη και τη γυναίκα του Μαριάννα Καρφάκη, για το υλικό που μου παραχώρησαν)
Χρησιμοποιήθηκαν άρθρα και ομιλίες των: Απόστολου Μαργέλη, Γιώργου Κτενά, Πάνου Σταματέλου, Γιάννη Αθηνιώτη, από το έργο – αφιέρωμα του Συλλόγου Λευκαδίων Πάτρας το 2001, καθώς κι ένα ανώνυμο κείμενο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Νήσος Καστός

Καστός. Ένας μικρός υπέροχος κόσμος (κλικ φώτο)